Παρασκευή, 05 Ιανουαρίου 2018 12:45

Ιστορική αναδρομή των συμπληρωμάτων διατροφής

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)


Οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν συνειδητοποιήσει ότι οι τροφές από τη φύση μπορούσαν όχι μόνο να διατηρήσουν την υγεία του ανθρώπου, αλλά και να την αποκαταστήσουν.

Αυτή η αρχή πήγε ένα βήμα παραπέρα το 1747, όταν ο James Lind, Σκωτσέζος ναυτικός χειρουργός, ανακάλυψε ότι μια άγνωστη ουσία στα λεμόνια και σε διάφορα άλλα φρούτα και λαχανικά μπορούσε να προφυλάξει από το σκορβούτο, που ήταν σοβαρό πρόβλημα για τους ναυτικούς εκείνης της εποχής. Το συστατικό αυτό θα αναγνωριστεί στη συνέχεια ως βιταμίνη C.

Το 1860 ο Louis Pasteur έδειξε ότι πολλές ασθένειες οφείλονταν σε μικροσκοπικούς οργανισμούς και η θεωρία της λοίμωξης από μικρόβια έγινε η βάση της Δυτικής Ιατρικής. Εκείνη την εποχή όλα τα νοσήματα αποδίδονταν σε άγνωστα μικρόβια.
Πολλές ανακαλύψεις για τις επιδράσεις που έχουν οι βιταμίνες στην ανθρώπινη υγεία έγιναν το 1905 με τις μελέτες ενός νεαρού Άγγλου γιατρού , του William Fletcher. Τα πειράματά του απέδειξαν τη θεωρία του, ότι δηλαδή ειδικά θρεπτικά συστατικά που περιλαμβάνει ο φλοιός του κόκκου ρυζιού μπορούσε να θεραπεύσει την ασθένεια beriberi. Αυτό οδήγησε στην ανακάλυψη της θειαμίνης (βιταμίνη Β1) και άλλων βιταμινών του συμπλέγματος Β.

Το 1912, ο 28χρονος Πολωνός βιοχημικός Casimir Funk πήγε τη σκέψη του Fletcher λίγο παρακάτω. Δημιούργησε τη λέξη βιταμίνη, την οποία όρισε ως σημαντικό συστατικό της τροφής που είναι ζωτικό για τη ζωή (vita: ζωή, amine: νιτρώδη συστατικά στη θειαμίνη).

Το 1912 ξαναανακαλύπτεται και αναγνωρίζεται η βιταμίνη C από τους Νορβηγούς A.Hoist και T.Froelich, ενώ το 1935 ο Δρ. Tadeusz Reichstein θα μπορέσει να την κατασκευάσει στο εργαστήριο του Ελβετικού Ινστιτούτου της Τεχνολογίας στη Ζυρίχη.

Το 1922 οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Herbert Evans και Katherine Bishop ανακαλύπτουν τη βιταμίνη Ε στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, που προστατεύει τα κύτταρα από τις επιδράσεις των ελευθέρων ριζών. Το 1926 οι D. T. Smith και E. G. Hendrick ανακαλύπτουν τη βιταμίνη Β2, γνωστή και ως ριβοφλαβίνη.

Το 1928 μια ομάδα Αμερικανών βιοχημικών και φυσιολόγων, αναγνωρίζοντας τη διατροφή ως καινούρια επιστήμη της Βιολογίας, σχηματίζουν την πρώτη επιστημονική κοινότητα που είναι εστιασμένη στη Διατροφή. Ονομάζεται American Institute of Nutrition (Αμερικάνικο Ινστιτούτο Διατροφής) και έχει ως στόχο να δημοσιεύσει μελέτες στον αναπτυσσόμενο κλάδο της διατροφής.

Το 1933, οι Thomas Osborne και Lafayette Mendel του Πανεπιστημίου Yale ανακάλυψαν στο βούτυρο έναν παράγοντα απαραίτητο για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Ο παράγοντας αυτός έγινε γνωστός ως λιποδιαλυτή βιταμίνη Α.

Στη δεκαετία του 1930 γίνεται πλήθος επιστημονικών μελετών που αναδεικνύουν τις πολλαπλές βιοχημικές λειτουργίες διαφόρων βιταμινών και καθορίζουν τις ανάγκες του οργανισμού για βιταμίνες. Από τότε , αρχίζουν και εντάσσονται οι βιταμίνες σε επεξεργασμένα τρόφιμα που παράγονται μαζικά σε ευρεία κλίμακα. Οι συνθετικές βιταμίνες εμπλουτίζουν το ψωμί, τα δημητριακά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και σχεδόν όλα τα τρόφιμα που υπόκεινται σε επεξεργασία.

Από το 1938 έως το 1947 γίνεται βιομηχανική σύνθεση της βιταμίνης Α, των βιταμινών της ομάδας Β, της βιταμίνης Ε και της βιταμίνης Κ. Δειλά δειλά κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες εταιρείες παραγωγής και εμπορίας συμπληρωμάτων διατροφής.

Το 1954 ο Denham Harman της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Nebraska, συλλαμβάνει τη θεωρία της γήρανσης λόγω των ελευθέρων ριζών και τονίζει τη σημασία των αντιοξειδωτικών και την ικανότητά τους να αδρανοποιούν τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και να παρατείνουν τη ζωή.

Το 1956 ο Roger Williams δημοσιεύει τη θεωρία του για βιοχημική και διατροφική ατομικότητα, ενώ το 1968 ο Δρ. Linus Pauling συμφωνεί με αυτές τις ιδέες και περιγράφει τη θεωρητική βάση της Διατροφικής Ιατρικής.

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤZΟΣ

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΟΣ

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018 09:34