Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018 13:11

Βιταμίνη D και θυρεοειδής

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D αυξάνει τον κίνδυνο για συστηματικά νοσήματα και ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται ότι διαδραματίζει στα αυτοάνοσα νοσήματα, τις ογκολογικές παθήσεις, το σακχαρώδη διαβήτη, την ομαλή ανάπτυξη του εμβρύου κατά την εγκυμοσύνη, τη γήρανση και την πνευματική υγεία.

Η σχέση της έλλειψης βιταμίνης D με τα νοσήματα του θυρεοειδή διερευνάται εντατικά καθώς τα νοσήματα του θυρεοειδή είναι από τα πιο συχνά ενδοκρινικά νοσήματα και συνήθως οφείλονται σε αυτοάνοσους μηχανισμούς.Η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (Hashimoto) είναι το πιο συχνό νόσημα του θυρεοειδή.

Τα χαρακτηριστικά αντισώματα εμφανίζονται στο 10% περίπου του γενικού πληθυσμού, ενώ σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (μεγαλύτερες γυναίκες, ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, οικογενειακό ιστορικό) εμφανίζονται σε ποσοστό που φθάνει το 40%.Η νόσος Graves είναι πιο σοβαρή μορφή αυτοάνοσου θυρεοειδικού νοσήματος από την αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων των υψηλών θυρεοειδικών ορμονών σε ζωτικές λειτουργίες, που μπορεί να βάλουν τη ζωή ιδιαίτερα του ηλικιωμένου ασθενούς σε κίνδυνο. Είναι πιο σπάνιο νόσημα (4/10000 στις γυναίκες, 1/10000 στους άνδρες) και η συχνότητά του ποικίλλει πολύ αναλόγως της ηλικίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τα διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται ότι η έλλειψη βιταμίνης D, ιδιαίτερα όταν τα επίπεδα είναι μικρότερα των 12.5ng/ml, θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιπρόσθετος αλλά και πολύ σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη και των δύο θυρεοειδικών αυτοάνοσων νοσημάτων.Επιπλέον, όταν διαταράσσεται το γονίδιο (πολυμορφισμός) που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη που δεσμεύει τη βιταμίνη D και τον ειδικό υποδοχέα της ενεργής μορφής βιταμίνης D υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος ανάπτυξης νόσου Graves. Αντίστοιχα, φαίνεται ότι διαταραχές στους υποδοχείς της βιταμίνης D είναι σημαντικές για την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδή.

Το να διαθέτει η αναπλήρωση με υψηλές δόσεις βιταμίνης D ή με ανάλογα βιταμίνης D προληπτικές ή θεραπευτικές δράσεις δεν είναι ακόμα σαφές και είναι αντικείμενο εντατικών μελετών. Ωστόσο, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η βιταμίνη D θα πρέπει να προσφέρεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν έλλειψη και ο στόχος θα πρέπει να είναι τα επίπεδα της 25(OH)D3 στον ορό να είναι μεταξύ 30-40 ng/ml (75-100 nmol/l). Σχετικά με τον τρόπο χορήγησης, η έκθεση στον ήλιο φέρει πολλούς κίνδυνους (γήρανση, φλεγμονή, καρκίνοι δέρματος) και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Vitamin D and Thyroid Diseases.K. Vondra, L. Starka, R. Hampl. Physiol. Res. 64 (Suppl. 2): S95-S100, 2015

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤZΟΣ

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΟΣ

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018 13:16