Παρασκευή, 03 Ιουνίου 2016 13:18

Βιταμίνη C και καρδιαγγειακά νοσήματα

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η βιταμίνη C είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη που ανιχνεύεται σε υψηλές συγκεντρώσεις σε φρούτα και λαχανικά. Η βιταμίνη αυτή δεν είναι δυνατό να παραχθεί από τον ανθρώπινο οργανισμό(σε αντίθεση με τους περισσότερους ζωικούς οργανισμούς) και η πρόσληψή της με τις τροφές είναι απαραίτητη. Η συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα ποικίλλει από χώρα σε χώρα (40–90 mg/ημέρα). Η βιταμίνη C έχει αναγνωρισθεί ως αντιοξειδωτική ουσία και η πρόσληψή της είναι ωφέλιμη για τη μείωση του οξειδωτικού στρες σε πολλές παθήσεις.

Η φλεγμονώδης απάντηση που παρατηρείται στην αθηροσκλήρυνση μπορεί να ανασταλεί από τη βιταμίνη C, μέσω μείωσης της συνάθροισης και της συγκόλλησης των λευκοκυττάρων στο ενδοθήλιο των αγγείων. Η βιταμίνη C έχει επίσης την ικανότητα να προλαμβάνει την οξείδωση των λιπιδίων, διαδικασία σημαντική για την αθηροσκλήρυνση, μέσω αναστολής της οξείδωσης της LDL χοληστερόλης.

Μελέτες στο εργαστήριο έδειξαν ότι η έλλειψη βιταμίνης C προκαλεί εκτενή αγγειακή βλάβη, που περιλαμβάνει διάσπαση της ακεραιότητας των στιβάδων, πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων και αποδόμηση των ενδοθηλιακών κυττάρων των αγγείων.

Μεγάλη βρετανική πολυκεντρική μελέτη έδειξε τη σχέση μεταξύ βιταμίνης C και δεικτών φλεγμονής (CRP και ενεργοποιητή πλασμινογόνου) καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η βιταμίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά δυσλειτουργίας του ενδοθηλίου σε ασθενείς χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου ή διαβήτη.

Η δυσλειτουργία του ενδοθηλίου αναγνωρίζεται ως ο κύριος στόχος για τις δράσεις της βιταμίνης. Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, όπου υπάρχει διαταραχή της αγγειοδιαστολής, αυτή αποκαθίσταται μετά από εξωγενή χορήγηση (ενδοφλέβια ή από του στόματος) βιταμίνης C. Ο ακριβής μηχανισμός δεν είναι απόλυτα καθορισμένος, ωστόσο στην αιτιολογία εμπλέκονται η βιοδιαθεσιμότητα του NO(μείζονα αγγειοδιασταλτική ουσία) και η αυξημένη σύνθεση απαραίτητων παραγόντων για τη δραστηριότητά του. Παράλληλα, η από του στόματος χορήγηση βιταμίνης C μειώνει την αγγειακή ακαμψία και τη συνάθροιση των αιμοπεταλίων.

Τέλος, μεγάλη προοπτική Ευρωπαϊκή μελέτη (Norfolk) στην οποία παρακολουθήθηκαν περίπου 20.000 ασθενείς ηλικίας 45-79 ετών για μια τετραετία, έδειξε ότι η συγκέντρωση βιταμίνης C στο πλάσμα σχετίζεται αντίστροφα με τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα, τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Η αύξηση της βιταμίνης C, κατά 20μΜ στο πλάσμα, οδήγησε σε μείωση της θνησιμότητας κατά 20%. Η συγχορήγηση με άλλες αντιοξειδωτικές ουσίες φαίνεται ότι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Associations of vitamin C status, fruit and vegetable intakes, and markers of inflammation and hemostasis. Wannamethee SG, Lowe GD, Rumley A, Bruckdorfer KR, Whincup PH..Am J Clin Nutr (2006) 83(3):567–74.
  2. Vitamin C improves endothelial dysfunction of epicardial coronary arteries in hypertensive patients. Solzbach U, Hornig B, Jeserich M, Just H.. Circulation (1997) 96(5):1513–9.10.1161/01.CIR.96.5.1513
  3. Fruit and vegetable intake and population glycosylated haemoglobin levels: the EPIC-Norfolk study. Sargeant LA, Khaw KT, Bingham S, Day NE, Luben RN, Oakes S, et al. Eur J Clin Nutr (2001) 55(5):342–8.10.1038/sj.ejcn.1601162
  4. Ascorbic acid reverses endothelial vasomotor dysfunction in patients with coronary artery disease. Levine GN, Frei B, Koulouris SN, Gerhard MD, Keaney JF, Jr, Vita JA..Circulation (1996) 93(6):1107–13.10.1161/01.CIR.93.6.1107

 

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤZΟΣ

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΟΣ

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018 09:51