Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019 14:05

Βιταμίνη D: που βρισκόμαστε σήμερα

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Η συνεχώς αυξανόμενη βιβλιογραφία για την έλλειψη της βιταμίνης D και τις θεραπείες υποκατάστασης την τελευταία δεκαετία έχει απαντήσει σε πολλά ερωτήματα. Ταυτόχρονα όμως έχει φέρει στο φως καινούρια θέματα προς συζήτηση.

Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται με κακή πρόγνωση σε πολλά νοσήματα. Ωστόσο, είναι δύσκολο να καταλάβουμε αν η έλλειψη της βιταμίνης είναι η αιτία ή το αποτέλεσμα αυτών, καθώς παρόλο που υπάρχουν οι μηχανισμοί που μπορούν να οδηγήσουν σε νόσο, είναι πολύ πιθανό οι ίδιοι ασθενείς να παρουσιάζουν έλλειψη λόγω μειωμένης φυσικής δραστηριότητας, μικρότερης έκθεσης στον ήλιο, προχωρημένης ηλικίας, παχυσαρκίας, ελλιπούς δίαιτας και συνοδών ιατρικών νοσημάτων.

Τα ακριβή φυσιολογικά όρια της βιταμίνης D στον ορό δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί. Έτσι, ενώ το Ινστιτούτο της Ιατρικής (Institute of Medicine- IOM) θεωρεί ότι επίπεδα πάνω από 50 nmol/L είναι επαρκή για την υγεία των οστών, η Ενδοκρινολογική Εταιρεία (Endocrine Society) χρησιμοποιεί ως ελάχιστο όριο τα 75 nmol/L, ενώ ως θεραπευτικό στόχο τα επίπεδα μεταξύ 100-150 nmol/L. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι ενώ τα χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με μεγαλύτερη θνητότητα, τα πολύ υψηλά επίπεδα μπορεί να μην είναι ευεργετικά και μπορεί να είναι ακόμα και επικίνδυνα.

Η μέτρηση της βιταμίνης D στον ορό ποικίλλει. Υπάρχει ετερογένεια μεταξύ των διαφόρων εργαστηρίων σχετικά με το αντιδραστήριο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της βιταμίνης D, καθώς επίσης και για το μεταβολίτη της D που πρέπει να υπολογιστεί για να αντικατοπτρίσει την επάρκειά της. Μεγάλη κουβέντα γίνεται επίσης, για το αν μπορούμε να βασιστούμε σε μία μόνο μέτρηση, καθώς αυτή αποτελεί ένα στιγμιότυπο της κατάστασης της βιταμίνης D στον οργανισμό.

Τέλος, ένα μεγάλο ζήτημα είναι αν θα πρέπει να λαμβάνουν όλοι οι ασθενείς που έχουν έλλειψη βιταμίνης D θεραπεία υποκατάστασης. Τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά, καθώς φαίνεται ότι το όφελος είναι μεγαλύτερο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών.

Έτσι, στους καρκινοπαθείς, το μεγαλύτερο όφελος το έχουν ασθενείς με επίπεδα κάτω από 50 nmol/L που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης, ενώ όφελος φαίνεται ότι υπάρχει και με την αύξηση των επιπέδων από 75 σε 100 nmol/L.

Για ασθενείς με καρδιαγγειακά και μεταβολικά νοσήματα, η λήψη βιταμίνης D ωφελεί περισσότερο αυτούς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς φαίνεται ότι μειώνει τα επίπεδα στον ορό του νατριουρητικού πεπτιδίου (BNP), ενώ η αποκατάσταση των επιπέδων βιταμίνης D στον ορό βελτιώνει την κατάταξη του ασθενή στο σύστημα ταξινόμησης της καρδιακής ανεπάρκειας (NYHA).

Τέλος, η λήψη βιταμίνης D έχει δείξει ευεργετικές συνέπειες στη γρίπη και στις άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού. Πιο συγκεκριμένα, παρ' όλη την ετερογένεια των μελετών, φαίνεται ότι η καθημερινή λήψη βιταμίνης D δρα προστατευτικά έναντι των οξέων λοιμώξεων του αναπνευστικού, ενώ παράλληλα μειώνει τον κίνδυνο σοβαρών εξάρσεων άσθματος σε χρόνιους αναπνευστικούς ασθενείς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Vitamin D deficiency and supplementation in critical illness-the known knowns and known unknowns. Nair P, Venkatesh B, Center JR. Crit Care. 2018 Oct 29;22(1):276

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤZΟΣ

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΟΣ

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019 15:16